Αναλύσεις οργανικών καταλοίπων σε κεραμική από το Σπήλαιο Δράκαινα

Αναλύσεις οργανικών καταλοίπων σε κεραμική από το Σπήλαιο Δράκαινα

Η ανάγκη δι-επιστημονικών προσεγγίσεων στη μελέτη αρχαιολογικής κεραμικής άρχισε να αναγνωρίζεται σταδιακά κυρίως από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Η χρήση φυσικο-χημικών τεχνικών στη μελέτη κεραμικής έχει ως στόχο την καλύτερη κατανόηση σημαντικών αρχαιολογικών ζητημάτων μέσα από τους συσχετισμούς μεταξύ στοιχείων υλικού πολιτισμού και κοινωνίας. Η ανίχνευση και ταυτοποίηση οργανικών καταλοίπων σε αρχαιολογική κεραμική μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για το περιεχόμενο και τη χρήση των αγγείων. Επιπλέον, οι αναλύσεις σε οργανικά κατάλοιπα μπορούν να συνεισφέρουν στη διερεύνηση ευρύτερων πεδίων έρευνας, όπως είναι οι παλαιοδιατροφικές συνήθειες, η παραγωγή, αποθήκευση και κατανάλωση τροφής, το εμπόριο και η μεταφορά αγαθών, και ακόμη η κατεργασία και χρήση συστατικών και υλικών που απαντώνται στη φύση ως μέσα στεγανοποίησης και συγκόλλησης (Heron et al. 1994; Evershed et al. 2002; Kimpe et al. 2002; Regert 2004; Mirabaud et al. 2007; Craig et al. 2007). Ωστόσο, τα οργανικά κατάλοιπα, είτε πρόκειται για ορατά κατάλοιπα είτε για κατάλοιπα που έχουν απορροφηθεί στην κεραμική, συχνά έχουν μεταλλαχθεί και αποικοδομηθεί εξαιτίας διαγενετικών διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα εξίσου κατά τη χρήση, την απόθεση, και μετα-ανασκαφικά μέσα από εργασίες καθαρισμού και συντήρησης (Evershed et al. 1992). Η ανάλυση και ταυτοποίηση αυτών των πολύπλοκων ουσιών ή/και μιγμάτων συστατικών είναι εφικτή με τη συνεχή βελτίωση των αναλυτικών εργαλείων/ τεχνικών.

Εικόνα 1

Μια πληθώρα ευρημάτων ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφικών εργασιών στα νεολιθικά στρώματα του Σπηλαίου Δράκαινα, ανάμεσά τους μεγάλος αριθμός οστράκων κεραμικής. Η ανάλυση κεραμικής από τη θέση μέσα από την ανίχνευση και ταυτοποίηση οργανικών καταλοίπων είχε στόχο να εξετάσει τη διατήρηση οργανικών υπολειμμάτων στο εν λόγω υλικό, περιλαμβάνοντας όλες τις βασικές κατηγορίες αγγείων που ήρθαν στο φως (αποθηκευτικά αγγεία, στιλβωμένα και διακοσμημένα αγγεία) και κατ’ επέκταση την πιθανή χρήση των αγγείων αυτών. Επίσης, στόχος ήταν να διερευνηθεί αν αυτού του τύπου οι αναλύσεις μπορούν βοηθήσουν στην κατανόηση θεμάτων που άπτονται της χρήσης της σπηλιάς στη Νεολιθική περίοδο.

Οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν είναι η αέρια χρωματογραφία σε σύζευξη με φασματομετρία μάζας (GC/MS). Οι αναλύσεις είχαν ως αποτέλεσμα την ταυτοποίηση ποικίλων ενώσεων, ανάμεσά τους γλυκερίδια, ελεύθερα οξέα, αλιφατικές ενώσεις (αλκάνια, εστέρες, αλκοόλες κοκ) και τερπένια Συγκεκριμένα 4 κύριες κατηγορίες υπολειμμάτων παρατηρήθηκαν:

(α) κατάλοιπα που αποτελούνται από ελεύθερα λιπαρά οξέα και ακυλογλυκερόλες (κυρίως σε στιλβωμένη και αποθηκευτική κεραμική), που είναι ενδεικτικά φυτικών και/ή ζωικών λιπών,

(β) κατάλοιπα που αποτελούνται από αλκάνια και εστέρες που χαρακτηρίζουν το κερί μέλισσας, κυρίως σε αποθηκευτικά και διακοσμημένα αγγεία,

(γ) κατάλοιπα που αποτελούνται από ενώσεις και των δύο προηγούμενων κατηγοριών (Εικόνα 1), προσφέροντας ενδείξεις για τη χρήση κεριού μέλισσας και φυτικών και/ή λιπών στο ίδιο αγγείο, και

(δ) κατάλοιπα που αποτελούνται από διτερπενικές ενώσεις (σε ένα αποθηκευτικό αγγείο) και παρέχουν στοιχεία για τη χρήση ρητίνης πεύκου (Εικόνα 2). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανίχνευση ενώσεων χαρακτηριστικών ρητίνης δεν είναι συχνή σε νεολιθική κεραμική (Regert 2004) και το παράδειγμα της Δράκαινας είναι ένα από τα ελάχιστα σε νεολιθική κεραμική μέχρι σήμερα.

 

Εικόνες

Εικόνα 1. Χρωματογράφημα από δείγμα που ετοιμάστηκε από το όστρακο DC08 (διακοσμημένη κεραμική). Fx:y είναι λιπαρά οξέα, όπου x ο αριθμός ανθράκων και y ο βαθμός ακορεστότητας, ALx είναι αλκοόλες, όπου x ο αριθμός ανθράκων Αx είναι αλκάνια, όπου x ο αριθμός ανθράκων, Wx:y είναι εστέρες, όπου x o αριθμός ανθράκων και y ο βαθμός ακορεστότητας, Mx:y είναι μονογλυκερίδια, όπου x o αριθμός ανθράκων και y ο βαθμός ακορεστότητας, Dx:y είναι διγλυκερίδια, όπου x o αριθμός ανθράκων y και ο βαθμός ακορεστότητας, και Tx:y είναι τριγλυκερίδια, όπου όπου x o αριθμός ανθράκων και y ο βαθμός ακορεστότητας. Τέλος C δηλώνει επιμόλυνση και IS το εσωτερικό πρότυπο.

 

Βιβλιογραφία

Craig, O. E., Forster, M., Andersen, S. H., Koch, E., Crombe, P., Milner, N. J., Stern, B., Bailey, G. N. & Heron, C. P. 2007. Molecular and isotopic demonstration of the processing of aquatic products in northern European prehistoric pottery, Archaeometry 49, 135-152.

Evershed, R. P., Heron, C., Charters, S. & Goad, L. J. 1992. The survival of food residues: new methods of analysis, interpretation and application, in A. M. Pollard (ed.), New developments in archaeological science: a joint symposium of the Royal Society and the British Academy, 187-208. Oxford: Oxford University Press.

Evershed, R. P., Dudd, S. N.Copley, M., Berstan, R., Stott, A., Mottram, H., Buckley, S. A. & Crossman, Z. 2002. Chemistry of archaeological animal fats, Accounts of Chemical Research 35, 660-668.

Heron, C., Nemcek, N., Bonfield, K. M., Dixon, D. & Ottaway, B. S. 1994. The chemistry of Neolithic beeswax, Naturwissenschaften 81, 266-296.

Kimpe, K., Jacobs, P. A. & Waelkens, M. 2002. Mass spectrometric methods prove the use of beeswax and ruminant fat in late Roman cooking pots, Journal of Chromatography A, 968, 151-160

Mirabaud, S., Rolando, C., & Regert, M. 2007. Molecular criteria for discriminating adipose fat and milk from different species by NanoESI MS and MS/MS of their triacylglycerols: application to archaeological remains, Analytical Chemistry 79, 6182-6192.

Regert, M. 2004. Investigating the history of prehistoric glues by gas chromatography-mass spectrometry, Journal of Separation Science 27, 244-254.

Ιούλιος 2009,
Δρ Μαρία Ρούμπου
Διαφήμιση
Διαφήμιση
GreekEnglish (United Kingdom)