Το Σπήλαιο της Δράκαινας στον Πόρο Κεφαλονιάς: Τα αρχαιοβοτανικά (σπόροι) δεδομένα. Προκαταρκτική μελέτη.

Για τη μελέτη βιο-αρχαιολογικού υλικού από τις νεολιθικές επιχώσεις του Σπηλαίου Δράκαινα έγινε δειγματοληψία σε ένα μεγάλο αριθμό συναφειών (contexts). Μέχρι στιγμής έχει ολοκληρωθεί η μελέτη 96 δειγμάτων, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται η ανάλυση περισσότερου υλικού. Συνεπώς, τα συμπεράσματά μας δεν αποκαλύπτουν προς το παρόν όλες τις πτυχές, οι οποίες βέβαια θα αναδυθούν, όταν θα ολοκληρωθεί η μελέτη όλου του υλικού.

Εικόνα 1

Η μέθοδος που διαχωρίζει τα οργανικά υλικά από τα ανόργανα είναι γνωστή ως επίπλευση (Εικ. 1). Η επίπλευση πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την ανασκαφή, όπως και η επεξεργασία/αρχική μελέτη όλου του αρχαιολογικού υλικού από τη θέση, έτσι ώστε μέχρι τώρα έχουν πλυθεί όλα τα δείγματα και έχει ολοκληρωθεί και η διαλογή από όλα τα κατακάθια (Εικ.  2).

Εικόνα 2

Το κατακάθι είναι μία από τις τρεις κατηγορίες υλικού που προκύπτουν από την επίπλευση, η οποία έγινε στον Πόρο, στο χώρο του Αρχαιολογικού Εργαστηρίου, εφόσον δεν υπάρχουν πηγές νερού δίπλα στη σπηλιά.

Εκτός από το κατακάθι, βιο-αρχαιολογικό υλικό βρίσκεται και στις επιμέρους κατηγορίες που επιπλέουν και αυτές ονομάζονται, συμβατικά, χοντρή και λεπτή επίπλευση.


Η αρχαιοβοτανική

Μέχρι στιγμής έχουν βρεθεί τρία, πιθανώς και τέσσερα, είδη σιταριού: Triticum monococcum (μονόκοκκο σιτάρι), Triticum dicoccum (δίκοκκο σιτάρι) και πιθανότατα Triticum aestivo-compactum (σιτάρι κοινό). Ένα τέταρτο «μυστηριώδες» σιτάρι -απροσδιόριστο ακόμα- δίνει το παρόν του μέσω λίγων λεπύρων, τα οποία μέχρι περαιτέρω μελέτης, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως T. cf. spelta L. (σιτάρι σπέλτα). Το ενδεδυμένο κριθάρι (Hordeum vulgare) είναι επίσης παρόν, αλλά φαίνεται να είναι παρόν σε μικρότερες ποσότητες από το σιτάρι. Η παρουσία του γυμνού κριθαριού (Hordeum vulgare nudum) είναι επίσης αμφιλεγόμενη. Ένα τρίτο σιτηρό με ισχνή παρουσία είναι η βρώμη (Avena sp.), χωρίς να μπορούμε ακόμα να καθορίσουμε, εάν είναι καλλιεργημένη ή άγρια. Συνεπώς, μερικά θέματα χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση, όταν μελετηθούν περισσότερα δείγματα.

Μία άλλη μεγάλη παρουσία είναι η ποικιλία οσπρίων, που διαφαίνεται ότι ήταν εξίσου σημαντικά με τα σιτηρά. Αυτά είναι το μπιζέλι (Pisum sativum), η φακή (Lens culinaris), το λαθούρι (Lathyrus sativus/L. cicera), πιθανώς και ο αρακάς (Lathyrus clymenum), αλλά και το λούπινο (Lupinus sp.) καθώς και άλλα όσπρια που έχουν καθοριστεί ως μικρά, μεσαία και μεγάλα. Η σημασία τους μάλλον ήταν εξίσου σημαντική όσο τα σιτηρά, εφόσον συνυπολογισθούν και οι σχετικοί αριθμοί και των άγνωστων οσπρίων.

Όσον αφορά στις καλλιέργειες δένδρων, η αμυγδαλιά (Prunus amygdalus) βρίσκεται πάντα θρυμματισμένη και παντού, αλλά σε μικρούς αριθμούς. Η δε παρουσία της συκιάς (Ficus carica) (Εικ.  3) σε πολλά δείγματα και σε ανάλογους αριθμούς είναι ενδιαφέρουσα και χρειάζεται περαιτέρω μελέτη. Έχουν εντοπισθεί κυρίως οι σπόροι ως απανθρακωμένοι και κάποιοι ορυκτοποιημένοι, αλλά ακόμα και ως τεμάχια καρπού.

Εικόνα 3

Η άμπελος (Vitis vinifera) έχει αμυδρή εμφάνιση, μόνο με την παρουσία θραυσμάτων. Αυτή η πρώιμη εμφάνιση της αμπέλου δεν είναι μοναδική στον ελλαδικό χώρο, διότι έχει κάνει την εμφάνισή της σε κάποιες θέσεις της Αρχαιότερης Νεολιθικής της Ελλάδας (Τούμπα Μπαλωμένου, Κνωσός και Φράγχθι είναι μόνο μερικές). Αυτά όμως τα ευρήματα δεν μπορούν να συνεισφέρουν στα ζητήματα που αφορούν στην εξημέρωση, διότι τα θραύσματα αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, λόγω μεγέθους, σε μορφολογικές συγκρίσεις.

Υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον γύρω από την παρουσία του τερέβινθου (Pistacia terebinthus), το οποίο παράγει λάδι και καρπούς. Αυτοί, σε πολλά μέρη της Ελλάδος, ακόμα και σήμερα, ενίοτε ψήνονται και τρώγονται ως «τραγήματα». Όμως, διερωτάται κανείς, εάν ο μικρός αριθμός αυτών των σπόρων θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι το ξύλο του δένδρου αυτού χρησιμοποιείτο ως καύσιμη ύλη και αυτοί έπεσαν τυχαία, ή εάν θα μπορούσε να είναι υποπροϊόντα έκθλιψης λαδιού. Πιθανότατα, η ολοκλήρωση της μελέτης των απανθρακωμένων ξύλων να διαλευκάνει την ερώτηση.

Ένα από τα πλέον σημαντικά στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη του αρχαιοβοτανικού (σπόροι) υλικού της Δράκαινας, και ειδικά από τα σιτηρά, είναι ότι το υλικό, που έχει προκύψει, είχε υποβληθεί σε κάποια μορφή μεταποίησης πριν την κατανάλωση, ενώ δεν προκύπτουν καθόλου υλικά απλής αποθήκευσης. Ακόμα και τα σιτηρά, που βρέθηκαν ολόκληρα, δεν είναι προϊόν αποθήκευσης, αλλά τα περισσότερα είχαν θρυμματισθεί -και γι’ αυτό έχουν υποστεί παραμόρφωση- πιθανώς προτού φθάσουν στο χώρο. Αυτό όμως το σημείο χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Η παραμόρφωση σίγουρα δεν οφείλεται σε μηχανική φθορά ή διάβρωση που θα μπορούσαν να υποστούν στην αρχαιότητα. Φαίνεται ότι το υλικό είχε προετοιμαστεί για κατανάλωση, ενώ μερικά, θα μπορούσε, να ανήκουν σε εναπομείναντα φαγητά, πράγμα που μας παραπέμπει -πιθανώς- σε «επισκέψεις». Είναι γνωστό ότι τα θρυμματισμένα σιτηρά, όπως το «πλιγούρι» και άλλες λιχουδιές, όπως ο «χόντρος», είναι «φαγητά ταχείας ετοιμασίας» (fast food), διότι μαγειρεύονται γρήγορα και συνεπώς είναι εύκολα στην προετοιμασία και ελαφριά στη μεταφορά [α) δεν υπάρχει ανάγκη πολλής ξυλείας, β) δε έχουν βρεθεί υποπροϊόντα προετοιμασίας τους στο σπήλαιο, γ) δεν υπάρχει ανάγκη πολλής εργασίας επί τόπου, και δ) δεν υπάρχει ανάγκη εξειδικευμένων σκευών/εργαλείων για το μαγείρεμά τους]. Αυτά τα θραύσματα θα πρέπει να υποβληθούν σε αναλύσεις με Ηλεκτρονικό Σαρωτικό Μικροσκόπιο, ώστε να γίνει δυνατή η ανασύσταση της προετοιμασίας τους, λόγου χάρη εάν το «πλιγούρι» είχε υποβληθεί σε βρασμό.

Συνεπώς, το ερώτημα παραμένει και αφορά -εάν βεβαίως η υπόθεση είναι σωστή- το λόγο των επισκέψεων αυτών. Πάντως, ο χαρακτήρας του υλικού δεν αφορά μόνο στα σιτηρά (σιτάρι και κριθάρι) αλλά συμπεριλαμβάνει όλα τα βρώσιμα φυτά, όπως τα όσπρια, τα αμύγδαλα, και τα σύκα. Τα όσπρια (Leguminosae) φαίνεται να έχουν υποστεί χωρισμό των κοτυληδόνων, δηλαδή μεταποίηση, ενώ τ’ αμύγδαλα (Prunus amygdalus) βρέθηκαν πάντα θρυμματισμένα και ποτέ ολόκληρα. Αυτό υποδηλώνει εμφανώς ότι δεν ανήκουν σε αποθηκευμένο υλικό. Το άλλο φρούτο, το σύκο (Ficus carica) βρίσκεται κυρίως ως σπόρος, αλλά βρέθηκε επίσης και τεμάχιο καρπού, που θα μπορούσε να είχε απορριφθεί στην εστία.

Είναι χαρακτηριστική η απουσία των υποπροϊόντων καθαρισμού του καρπού, όπως είναι η καλαμιά των αγρωστωδών, ραχίδια, διχάλες σταχυδίων, ενώ δεν έχουν εντοπισθεί ούτε μεγάλοι καρποί ζιζανίων. Ζιζάνια, όπως το Γάλιον (Galium sp.), η βρώμη (Avena sp.), η Σεράρδια η αρουραία (Sherardia arvensis), το τριφύλλι (Trifolium sp.) και το Λόλιο (Lolium sp.) έχουν μικρή παρουσία. Συνεπώς, είναι εμφανές ότι τα στάδια καθαρισμού του καρπού είχαν υλοποιηθεί μακριά από τη θέση, ή τουλάχιστον όχι στους μελετημένους χώρους, οι οποίοι καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα των νεολιθικών επιχώσεων του Σπηλαίου. Βάση λοιπόν των αρχαιοβοτανικών ευρημάτων μας, η θέση δεν υπάγεται στην κατηγορία της κατοίκησης, αλλά πρέπει να εξυπηρετούσε άλλες χρήσεις.


Συζήτηση

Αυτό που προκύπτει από την μέχρι τώρα μελέτη του αρχαιοβοτανικού υλικού από τη Νεολιθική Δράκαινα είναι ότι οι σπόροι καθαρίζονταν και μεταποιούνταν αλλού, αλλά αυτό το ζήτημα θα εξακριβωθεί περαιτέρω, όταν μελετηθούν όλα τ’ αρχαιοβοτανικά δεδομένα. Εάν οι χρήστες της Δράκαινας ήταν γεωργοί, τα υπο-προϊόντα της μεταποίησης των καρπών θα ευρίσκοντο σε άλλες κοντινές θέσεις της ίδιας περιόδου. Προς το παρόν, δεν υπάρχει άλλο συγκρίσιμο αρχαιοβοτανικό υλικό από θέσεις της περιοχής, και συνεπώς η σύγκριση δεν είναι δυνατή. Μία εμβριθής μελέτη των αρχαιολογικών συναφειών παράλληλα με τις πληροφορίες που αντλούνται από τις αρχαιολογικές επιστήμες, θα προσθέσουν, πιστεύεται, αυτή την επιπλέον διάσταση ερμηνείας, όταν ολοκληρωθούν οι επιμέρους μελέτες όλων των βιο-αρχαιολογικών δεδομένων, όπως και οι περαιτέρω αναλύσεις που θα χρειασθούν.

 

Βιβλιογραφία (επίλογη)

Broodbank, C. 1999. Colonization and configuration in the insular Neolithic of the Aegean. In P. Halstead, (ed.), Neolithic Society in Greece, pp. 15-41. Sheffield: University Press.

Costantini, L. 1989. Plant exploitation at Grotta dell’ Uzzo, Sicily: a new evidence for the transition from Mesolithic to Neolithic subsistence in southern Europe. In D.R.Harris & G.C.Hillman (eds.), Foraging and Farming, pp. 197-206. London: Unwin Hyman.

Douzougli, A. 1996. “Epirus – Ionian islands”. In G. Papathanasopoulos, (ed.), The Neolithic Civilization in Greece, pp. 46-48. Athens: The Goulandri Foundation.

Jacquat C. and  Martinoli D. 1999. Vitis vinifera L.: wild or cultivated? Study of the grape pips found at Petra (Jordan; 150bc-400ad). Vegetation History and Archaeobotany 8: 25-30.

Jahns, S. 2005. The Holocene history of vegetation and settlement at the coastal site of Lake Voulkaria in Acarnania, western Greece. Vegetation History and Archaeobotany 11: 55-66.

Jones, G., Valamoti, S. and M. Charles 2000. Early crop diversity: a “new” glume wheat from northern Greece. Vegetation History and Archaeobotany 9: 133-146.

Kotsakis, K. 2000. Mesolithic to Neolithic in Greece.Continuity, discontinuity or change of course? Documenta Praehistorica XXVIII: 63-73.

Kotsakis, K. 2005. Across the border: unstable dwellings and fluid landscapes in the earliest Neolithic of Greece. In D. Bailey, A. Whittle, and V. Cummings (eds.), (Un)settling the Neolithic, pp. 8-15. Oxbow books.

Sutton D. 2001. Remembrance of Repasts: An Anthropology of Food and Memory. Oxford: Berg Press.

Tringham, R. 2000. Southeastern Europe in the transition to agriculture in Europe: bridge, buffer, or mosaic. In T.D. Price (ed.), Europe’s First Farmers. Cambridge: Cambridge University Press.

Zvelebil, M. & Lillie M. 2000. Transition to agriculture in eastern Europe. In T.D. Price (ed.),  Europe’s First Farmers. Cambridge: Cambridge University Press.

 

Μάιος 2009
Δρ Ανάγια Σαρπάκη
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.